ασύστατος

ασύστατος
η , ο [ος , ον ]
1) несостоятельный, необоснованный, беспочвенный (об обвинении и т. п.); 2) см. ασύσταγος 2, 3; 3) незаказной, простой (о письме); 4) неотрекомендованный, не представленный (кому-л.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ασύστατος" в других словарях:

  • ἀσύστατος — not solidified masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασύστατος — και σταγος, η, ο (AM ἀσύστατος, ον) [συνίστημι] νεοελλ. 1. αυτός που δεν έχει σοβαρότητα, αστήριχτος, αβάσιμος 2. αυτός που δεν έχει φιλική σύσταση εκ μέρους κάποιου φίλου ή γνωρίμου 3. άστατος, ανερμάτιστος αρχ. 1. αυτός που δεν έχει συνοχή ή… …   Dictionary of Greek

  • ασύστατος — η, ο 1. ανυπόστατος, ανύπαρκτος: Ασύστατα είναι όσα γράφει για τα πριν από εκατό περίπου χρόνια έθιμα του χωριού αυτού. 2. αβάσιμος, ανεδαφικός: Οι εναντίον του κατηγορίες αποδείχτηκαν ασύστατες. 3. εκείνος τον οποίο δε σύστησε κανείς σε άλλον… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀσυστάτως — ἀσύστατος not solidified adverbial ἀσύστατος not solidified masc/fem acc pl (doric) ἀ̱συστάτως , ἀσυστατόω regard as imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀσυστατόω regard as imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσύστατον — ἀσύστατος not solidified masc/fem acc sg ἀσύστατος not solidified neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυστάτοις — ἀσύστατος not solidified masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυστάτοισι — ἀσύστατος not solidified masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυστάτου — ἀσύστατος not solidified masc/fem/neut gen sg ἀ̱συστάτου , ἀσυστατόω regard as imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀσυστατόω regard as pres imperat act 2nd sg ἀσυστατόω regard as imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυστάτους — ἀσύστατος not solidified masc/fem acc pl ἀ̱συστάτους , ἀσυστατόω regard as imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀσυστατόω regard as imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυστάτων — ἀσύστατος not solidified masc/fem/neut gen pl ἀ̱συστάτων , ἀσυστατόω regard as imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱συστάτων , ἀσυστατόω regard as imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀσυστατόω regard as imperf ind act 3rd pl (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυστάτῳ — ἀσύστατος not solidified masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»